έγκαιρος

(προωθήθηκε από έγκαιρη)
Αναζητήσεις σχετικές με έγκαιρη: εγκαίρως
Μεταφράσεις

έγκαιρος

('enɟeros) αρσενικό

έγκαιρη

('eŋɟeri) θηλυκό

έγκαιρο

timely, on timeفِي الْـمَوعِدِ الْـمُحَدَدvčastil tidenpünktlicha tiempo, tempranoajoissaà l’heurena vrijemepuntuale遅れずに정기적인op tijdpresisna czaspontual, cedoвовремяpå tidตรงเวลาzamanındađúng giờ准时的מוקדם ('eŋɟero) ουδέτερο
επίθετο
που γίνεται στο σωστό χρόνο έγκαιρη διάγνωση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close