γράφω

(προωθήθηκε από έγραψα)
Μεταφράσεις

γράφω

schreibenwrite, book, recordescribirécrirescriverescribereschrijvenpisać, napisaćyazmakيَكْتُبُpsátskrivekirjoittaapisati書く글씨를 쓰다skriveescreverписатьskrivaเขียนviết ('ɣrafo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αποτυπώνω κείμενο με μολύβι ή στιλό γράφω ένα γράμμαένα μυθιστόρημα
2. συνθέτω γράφω μουσική
3. κάνω εγγραφή γράφω κπ σε ένα μάθημα
4. βάζω πρόστιμο Με έγραψε η αστυνομία.
5. δίνω διαγώνισμα γράφω διαγώνισμα ιστορία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close