έγχορδος

(προωθήθηκε από έγχορδο)
Μεταφράσεις

έγχορδος

('eŋxorðos) αρσενικό

έγχορδη

('eŋxorði) θηλυκό

έγχορδο

stringedcordes ('eŋxorðo) ουδέτερο
επίθετο
με χορδές έγχορδο όργανο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close