έγχρωμος

(προωθήθηκε από έγχρωμο)
Μεταφράσεις

έγχρωμος

('eŋxromos) αρσενικό

έγχρωμη

('eŋxromi) θηλυκό

έγχρωμο

('eŋxromο) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι ασπρόμαυρος έγχρωμο φιλμ

έγχρωμος

αρσενικό

έγχρωμη

coloreadovärikäs, värillinencolour, colouredcouleurkleurfärgצבעاللونBarvaFarbecorสีfarveцвят θηλυκό
ουσιαστικό
(για άνθρωπο) που δεν ανήκει στη λευκή φυλή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close