έδαφος

Μεταφράσεις

έδαφος

ground, land, terrain, territorysolأَرْضzemějordBodenterrenomaatloterreno地面grondbakkegruntchãoземляmarkพื้นดินyermặt đất地面 ('eðafos)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. εκεί που πατάμε αγγίζω το έδαφος
2. η επιφάνεια της Γης εύφορο έδαφος επίπεδο έδαφος
3. γεωγραφική έκταση εχθρικό έδαφος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close