δένω

(προωθήθηκε από έδεσα)
Μεταφράσεις

δένω

('ðeno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τυλίγω με σκοινί δένω τα χέρια κάποιου
εμποδίζω κπ σε κτ
2. στερεώνω κτ με σκοινί δένω τα παπούτσια μου
3. στερεώνω με σκοινί για να μη φύγει δένω το σκύλο
4. κάνω κόμπο δένω τη γραβάτα μου
5. καλύπτω με ύφασμα, επίδεσμο δένω ένα τραύμα δένω τα μάτια
6. συναρμολογώ δένω ένα βιβλίο
7. κάνω πιο πηχτό δένω τη σάλτσα

δένω

tie, bind, fasten, knot, thicken, do up, tie upattacher, lier, ficelerbinden, zubinden, zumachenيَرْبُطُ, يُزَرِّرُsvázat, zapnout, zavázatbinde, knappeabrochar, atar, inmovilizarpanna kiinni, sitoavezati, zakopčati, zavezatiallacciare, avvolgere, legare包む, 固く縛る, 縛る긴밀한 관계를 맺다, 단추를 잠그다, 매다dichtdoen, vastbinden, vastknopenbinde sammen, knytte, pakke innprzerobić, przywiązać, zawiązaćamarrar, apertarзавязывать, застегивать, привязыватьbinda fast, knyta, slå inติดกระดุม, ผูกให้แน่น, มัดให้แน่นbağlamak, sarmakbuộc, buộc chặt, gói lại, 束起, 缚牢
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. ταιριάζω χρώματα που δένουν
2. σφίγγω, πήζω Η μαρμελάδα έδεσε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close