έδρα

Μεταφράσεις

έδρα

Sitzface, seat, see, side, bench, chairsidejoface, siège, anus ('eðra)
ουσιαστικό θηλυκό
1. υπερυψωμένο κάθισμα η έδρα του δάσκαλου η δικαστική έδρα
2. ανώτερο αξίωμα η πανεπιστημιακή έδρα
3. μαθηματικά πλευρά τρισδιάστατου σχήματος Η πυραμίδα έχει πέντε έδρες.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close