έκδοση

Μεταφράσεις

έκδοση

изданиеedition, extradition, version, publicationéditionطَبْعَةvydáníudgaveAusgabeediciónpainosizdanjeedizioneeditieutgavewydanieediçãoизданиеupplagaจำนวนพิมพ์ทั้งหมดต่อครั้งbaskıbản in版本 ('ekðosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. εκτύπωση έκδοση ποιημάτων
2. νέα δημοσίευση έργου τρίτη έκδοση
3. το εκτυπωμένο έργο φροντισμένη έκδοση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close