έκθαμβος

(προωθήθηκε από έκθαμβη)
Μεταφράσεις

έκθαμβος

('ekθamvos) αρσενικό

έκθαμβη

('ekθamvi) θηλυκό

έκθαμβο

('ekθamvο) ουδέτερο
επίθετο
έκπληκτος, γεμάτος θαυμαστό Την κοίταζε έκθαμβος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close