έκθετος

(προωθήθηκε από έκθετo)
Μεταφράσεις

έκθετος

('ekθetos) αρσενικό

έκθετη

('ekθeti) θηλυκό

έκθετo

abandoned, foundling ('ekθeto)
επίθετο θηλυκό
εγκαταλελειμμένος, χωρίς προστασία έκθετος στα βλέμματα των άλλων
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close