κλαίω

(προωθήθηκε από έκλαψα)
Μεταφράσεις

κλαίω

('kleo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
χύνω δάκρυα

κλαίω

pleurerплакатьcry, weep, mournيَبْكِيbrečet, plakatgrædeweinenlloraritkeäplakatipiangere泣く울다huilen, wenengråte, ropezapłakaćchorargråtaร้องไห้ağlamakkhóc哭泣
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
θρηνώ κλαίω τα θύματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close