κλέβω

(προωθήθηκε από έκλεψα)
Μεταφράσεις

κλέβω

birlar, atracar, hurtarsteal, cheat, elope, filch, pinch, robيَسْرِقُ, يَسْلُبُokrást, ukrástrøve, stjæleberauben, stehlenryöstää, varastaadévaliser, voleropljačkati, ukrastiderubare, rubare奪う, 盗む빼앗다, 훔치다beroven, stelenrane, stjeleobrabować, ukraśćroubarграбить, красть, вороватьråna, stjälaปล้น, ลักขโมยçalmak, soymakăn cắp, cướp偷窃, 抢夺 ('klevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. παίρνω κτ που δε μου ανήκει κλέβω τσάντα κλέβω ιδέες
2. κάνω ληστεία κλέβω σπίτι
3. μεταφορικά αντιγράφω (σε διαγώνισμα), κάνω ζαβολιά (σε παιχνίδι) κλέβω στις εξετάσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close