έκπληκτος

Μεταφράσεις

έκπληκτος

('ekpliktos) αρσενικό

έκπληκτη

('ekplikti) θηλυκό

έκπληκτο

surprised, astonishedمَدْهُوشpřekvapenýoverrasketüberraschtsorprendidohämmästynytsurprisiznenađensopreso驚いた놀란verrastoverrasketzaskoczonysurpresoудивленныйförvånadรู้สึกประหลาดใจşaşırmışngạc nhiên感到惊喜的, 惊讶מופתע驚訝 ('ekplikto) ουδέτερο
επίθετο
αισθάνομαι έκπληξη για κτ μένω έκπληκτος από κτ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close