έκρηξη

Μεταφράσεις

έκρηξη

взривvýbuch, exploze, požáreksplosion, voldsom brandExplosion, Feuerexplosion, blast, access, eruption, outbreak, blazeeksplodoexplosión, incendioräjähdys, roihuexplosion, fournaiseפיצוץrobbanásledakanesplosione, incendio爆発, 火炎폭발, 불꽃explosie, vlammenzeeeksplosjon, brannwybuch, eksplozja, ogieńexplosão, chamaexplozieвзрыв, пламяeksplozijaексплозијаexplosion, eldsvådaвибухnổ, ngọn lửa, vụ nổ爆炸, 火焰اِنْفِجار, وَهْجeksplozija, plamenเปลวไฟ, การระเบิดparlak alev, patlama爆炸 ('ekriksi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. βίαιη πίεση προς τα έξω έκρηξη βόμβας έκρηξη ηφαιστείου
2. βίαιη έκφραση συναισθήματος έκρηξη θυμού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close