έκτακτος

Μεταφράσεις

έκτακτος

('ektaktos) αρσενικό

έκτακτη

('ektakti) θηλυκό

έκτακτο

اِسْتِثْنَائِيّmimořádnýekstraordinæraußerordentlichextraordinary, temporaryextraordinario, temporalerikoislaatuinenextraordinaireizvanredanstraordinario異常な비범한buitengewoonusedvanlignadzwyczajnyextraordinário, temporárioвыдающийсяutomordentligผิดธรรมดาolağanüstüphi thường非凡的, 临时временноזמני臨時 ('ektakto) ουδέτερο
επίθετο
1. εκτός προγράμματος έκτακτη είδηση έκτακτη ανάγκη
2. που δεν είναι μόνιμος έκτακτος συνεργάτης
3. εξαιρετικός έκτακτη ποιότητα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close