έκταση

Μεταφράσεις

έκταση

extent, extension, area, ectasisétenduesuprafaţăمَدَىrozlohaomfangAusmaßalcancelaajuusrazmjerestensione広がり범위mateomfangzasięgextensão, áreaпротяжениеomfattningขอบเขตboyutphạm vi程度אזור ('ektasi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. επιφάνεια ατέλειωτες εκτάσεις αγοράζω έκταση
2. μεταφορικά επιπτώσεις Το επεισόδιο πήρε απίστευτη έκταση.
3. το άνοιγμα τεντωμένων χεριών τα χέρια σε έκταση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close