λείπω

(προωθήθηκε από έλειψα)
Μεταφράσεις

λείπω

absent ('lipo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. απουσιάζω λείπω στο εξωτερικό
2. χρειάζεται ακόμη Λείπει ένα κομμάτι.
νοσταλγώ
3. παραλίγο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close