έλλειμμα

Μεταφράσεις

έλλειμμα

deficit, shortfalldéficit, manque à gagnerقِلَّةmankounderskudDefizitdeficiencia, déficitvajemanjakdeficit不足すること부족tekortsviktniedobórfalta, déficeнедостатокunderskottจำนวนที่ขาดไปaçıklượng thiếu短缺, 赤字дефицит赤字 ('elima)
ουσιαστικό ουδέτερο
όταν τα έξοδα είναι περισσότερα από τα έσοδα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close