έλξη

Μεταφράσεις

έλξη

attirance, attractionattraction, affinityجَاذِبِيَّةpřitažlivosttiltrækningAnziehungskraftatracción, tracciónvetovoimaprivlačnostattrazione魅力끌어당기기aantrekkelijkheidtiltrekningatrakcyjnośćatraçãoпривлекательностьattraktionการดึงดูดความสนใจçekimsự hấp dẫn吸引力, 牵引牽引המתיחה ('elksi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η δύναμη ενός πράγματος να τραβάει κτ άλλο κοντά του μαγνητική έλξη
2. γοητεία νιώθω έλξη για κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close