λύνω

(προωθήθηκε από έλυσα)
Μεταφράσεις

λύνω

solve, break, dismantle, loosen, release, untie, resolvedesserrer, résoudreيُحِلُّřešitløselösenresolverratkaistariješitirisolvere解決する해결하다oplossenløserozwiązaćresolverразрешитьlösaแก้ปัญหาçözmekgiải quyết解决 ('lino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ξεμπλέκω λύνω κόμπο λύνω τη γραβάτα μου
2. αφήνω ελεύθερο λύνω το σκύλο λύνω τα μαλλιά μου
3. ανοίγω λύνω τη ζώνη μου
4. βρίσκω τη λύση λύνω ένα μυστήριο λύνω ένα πρόβλημα
5. ακυρώνω λύνω μια συμφωνία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close