έμμεσος

(προωθήθηκε από έμμεση)
Μεταφράσεις

έμμεσος

('emesos) αρσενικό

έμμεση

('emesi) θηλυκό

έμμεσο

tacit, indirectغَيْرُ مُبَاشِرٌnepřímýindirekteindirektindirecto, indirectaepäsuoraindirectneizravanindiretto間接的な간접의indirectindirektepośredniindiretoнепрямойindirektไม่ตรงdolaylıgián tiếp间接的, 间接間接 ('emeso) ουδέτερο
επίθετο
που γίνεται πλάγια έμμεσος τρόπος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close