έμμονος

(προωθήθηκε από έμμονη)
Μεταφράσεις

έμμονος

('emonos) αρσενικό

έμμονη

('emoni) θηλυκό

έμμονο

obsessive ('emono) ουδέτερο
επίθετο
επίμονος έμμονη ιδέα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close