έμφυτος

(προωθήθηκε από έμφυτο)
Μεταφράσεις

έμφυτος

('emfitos) αρσενικό

έμφυτη

('emfiti) θηλυκό

έμφυτο

innate ('emfito) ουδέτερο
επίθετο
που υπάρχει σε κπ από τη γέννησή του έμφυτο χάρισμα
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close