έμψυχος

(προωθήθηκε από έμψυχο)
Μεταφράσεις

έμψυχος

('empsixos) αρσενικό

έμψυχη

('empsiçi) θηλυκό

έμψυχο

animate, living ('empsixo) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει ψυχή έμψυχο ον
2. ανθρώπινος έμψυχο δυναμικό
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close