ένοπλος

Μεταφράσεις

ένοπλος

('enoplos) αρσενικό

ένοπλη

('enopli) θηλυκό

ένοπλο

armataarmadoarmézbrojny, uzbrojonyînarmatвооружённый, вооруженныйمُسَلَّحozbrojenýbevæbnetbewaffnetarmedaseistettunaoružanarmato武装した무장한gewapendbevæpnetarmadobeväpnadติดอาวุธsilahlıcó vũ khí武装的 ('enoplo) ουδέτερο
επίθετο
με όπλα ένοπλος αγώνας ένοπλη επίθεση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close