ένοχος

(προωθήθηκε από ένοχη)
Μεταφράσεις

ένοχος

('enoxos) αρσενικό

ένοχη

('enoçi) θηλυκό

ένοχο

coupablevinovatguilty, offenderمُذْنِبvinenskyldigschuldigculpablesyyllinenkrivcolpevole有罪の유죄의schuldigskyldigwinnyculpadoвиновныйskyldigรู้สึกผิดsuçlucó tội犯罪的, 有罪אשם有罪виновен ('enoxo) αρσενικό
επίθετο
1. που είναι υπεύθυνος για παράνομη πράξη κρίνω κπ ένοχο ένοχος για φόνο
2. που έχει κάνει κτ κακό αισθάνομαι ένοχος
3. που φαίνεται σαν να κρύβει κτ κακό ένοχο βλέμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close