ένταση

Μεταφράσεις

ένταση

tension, intensity, strain, volume, stressמתחتَأْكِيد, تَوَتُّر, جُهْدdůraz, napětí, náporbelastning, spænding, vægtBelastung, Spannung, Stressénfasis, tensión, intensidadjännite, rasitus, stressiaccent, effort, tensionnapetost, napor, strestensioneストレス, 極度の緊張, 緊張긴장, 부담, 스트레스nadruk, spanningbelastning, spenningnapięcie, stresênfase, tensão, intensidadeнапряжение, растяжение, ударениеpåfrestning, spänning, stressเน้น, ความตึงเครียดgerginlik, stressự căng thẳng, sự nhấn mạnh, tình trạng căng thẳng压力, 紧张, 负担, 强度強度 ('endasi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ισχύς φυσικού φαινομένου η ένταση του ανέμουτου σεισμού η ένταση του ήχου
2. σύγκρουση η ένταση στις σχέσεις
3. άγχος, φόρτιση η ένταση της δουλειάς
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close