έξαλλος

Μεταφράσεις

έξαλλος

('eksalos) αρσενικό

έξαλλη

('eksali) θηλυκό

έξαλλο

frenzied, madغَاضِبٌvzteklývredwütendfuriosovihainenfurieuxljutarrabbiato腹を立てた화가 난boosforbannetwściekłycom raiva, zangadoрассвирепевшийargโกรธkızgınbực bội狂怒的 ('eksalo) ουδέτερο
επίθετο
1. πάρα πολύ θυμωμένος γίνομαι έξαλλος
2. υπερβολικά ασυνήθιστος έξαλλο χτένισμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close