έξυπνος

(προωθήθηκε από έξυπνη)
Μεταφράσεις

έξυπνος

('eksipnos) αρσενικό

έξυπνη

('eksipni) θηλυκό

έξυπνο

clever, intelligent, canny, shrewd, brainyintelligent, éveillé, douéذَكِيّ, شَاطِرchytrýkloggescheit, schlauinteligenteälykäspametanabile, intelligente賢い, 頭のいい영리한, 총명한slimbegavet, smartbystry, zdolnyesperto, inteligenteмозговитый, умныйbegåvad, klyftigเฉลียวฉลาด, ฉลาดมากakıllı, zekithông minh聪明的 ('eksipno) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει πολλές διανοητικές ικανότητες έξυπνη γυναίκα
κάνω πως τα ξέρω όλα
2. που έχει γίνει μετά από σκέψη έξυπνη απάντησηκίνηση
3. ειρωνικά μεγάλη βλακεία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close