παθαίνω

(προωθήθηκε από έπαθα)
Μεταφράσεις

παθαίνω

suffer (pa'θeno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
μου συμβαίνει κτ συνήθως κακό Τι έπαθες; παθαίνω υστερία
σου αξίζει
πέφτω θύμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close