έπαρση

Μεταφράσεις

έπαρση

arrogance, conceit, pride오만傲慢 ('eparsi)
ουσιαστικό θηλυκό
υπερβολική υπερηφάνεια μιλάω με έπαρση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close