παύω

(προωθήθηκε από έπαψα)
Μεταφράσεις

παύω

stop, cease ('pavo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. σταματάω Έπαψα να τη βλέπω.
2. σταματάω να μιλάω Πάψε επιτέλους!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close