πείθω

(προωθήθηκε από έπεισα)
Μεταφράσεις

πείθω

persuade, convince, swaykonvinkiconvaincre, persuaderيُقْنِعُpřemluvit, přesvědčitoverbevise, overtaleüberreden, überzeugenconvencer, persuadirsuostutella, vakuuttaauvjeriticonvincere確信させる, 説得する납득시키다, 설득하다overreden, overtuigenoverbevise, overtaleprzekonaćconvencer, persuadirубеждатьövertala, övertygaโน้มน้าว, ชักจูงikna etme, inandırmakthuyết phục信服, 说服 ('piθo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
επηρεάζω κπ στην απόφασή του Τον έπεισα να έρθει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close