πήζω

(προωθήθηκε από έπηξα)
Μεταφράσεις

πήζω

clot, curdle, gel, thicken ('pizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δένω η σάλτσα πήζει
2. είμαι γεμάτος κόσμο Έπηξαν οι δρόμοι στους τουρίστες.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close