πλένω

(προωθήθηκε από έπλυνα)
Μεταφράσεις

πλένω

laverwashيَغْسِلُmýtvaskewaschenlavarpestäpratilavare洗う씻다wassenvaskeumyćlavarмытьtvättaล้างyıkamakrửa洗涤, לשטוף ('pleno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. καθαρίζω με νερό και σαπούνι πλένω τα πιάτα πλένω τα χέριατα δόντια μου
2. λούζω πλένω τα μαλλιά μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close