έρημος

Μεταφράσεις

έρημος

('erimos) αρσενικό

έρημη

('erimi) θηλυκό

έρημο

('erimo) ουδέτερο
επίθετο
1. απόμερος, ακατοίκητος έρημο χωριό
2. τελείως μόνος ζω μόνος κι έρημος

έρημος

صحراء, صَحْرَاءпустиняdesertpoušťudørken, ørkenWüste, Einöde, öde, unbewohnt, verlassen, verödet, Wildnis, wüstdesert, wilderness, bare, barren, deserted, desolate, dreary, gaunt, stark, waste, wastelanddezerta, dezertodesiertokõrbautiomaadésertsivatagauðn, eyðimörkdeserto砂漠arenawoestijn, doods, eenzaam, uitgestorven, verlaten, wildernis, woest, woestenijørken, ensompustyniadeserto, ermo, páramo, taperaпустыняpúšťpuščavaöken, ödemarkпустеляsa mạc沙漠pustinja사막ทะเลทรายçöl沙漠
ουσιαστικό θηλυκό
απέραντη αμμώδης έκταση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close