έτοιμος

(προωθήθηκε από έτοιμη)
Μεταφράσεις

έτοιμος

('etimos) αρσενικό

έτοιμη

('etimi) θηλυκό

έτοιμο

readyمُسْتَعِدّpřipravenýklarbereitdispuestovalmisprêtspremanpronto用意のできた준비가 된klaarklargotowyprontoготовыйklarพร้อมhazırsẵn sàng准备完毕的готовמוכן ('etimo) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει ετοιμαστεί για κτ Είμαι έτοιμη. Φεύγουμε;
2. που έχει γίνει Το φαγητό είναι έτοιμο.
3. που το αγοράζουμε ήδη μαγειρεμένο
4. αποφασισμένος, πρόθυμος Ήταν έτοιμος να της μιλήσει.
5. παρα λίγο Ήταν έτοιμος να λιποθυμήσει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close