φέγγω

(προωθήθηκε από έφεξα)
Μεταφράσεις

φέγγω

('feŋgo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
φωτίζω Φέξε μου λίγο με το φακό!

φέγγω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
ξημερώνει Αρχίζει να φέγγει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close