έφηβος

Μεταφράσεις

έφηβος

('efivos) αρσενικό

έφηβη

teenager, adolescentplenkreskiĝuloadolescentpuber, tienerمُرَاهِق, مُراهِقmladistvý, teenagerteenagerJugendlicher, Teenageradolescentemurrosikäinen, teini-ikäinenadolescent, tinejdžeradolescenteティーンエージャー, 若者십대, 청소년tenåring, ungdomnastolatekadolescente, Teenподросток, юношаtonåring, ungdomวัยรุ่นergenthiếu niên青少年, 十几岁的青少年青少年 ('efivi) θηλυκό
ουσιαστικό
που βρίσκεται στην εφηβεία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close