φθείρω

(προωθήθηκε από έφθειρα)
Μεταφράσεις

φθείρω

corrode, corrupt, damage, wear out, vitiatecorrompre, déflorer, dépérir, détruire, gâcher ('fθiro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. χαλάω φθείρω τα παπούτσια μου
2. βλάπτω Το κάπνισμα θα φθείρει την υγεία σου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close