έχω


Αναζητήσεις σχετικές με έχω: είμαι
Μεταφράσεις

έχω

('exo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. διαθέτω έχω λεφτάσπίτι έχω θάρρος
2. παίρνω έχω νέα από κπ
3. φυλάω έχω λεφτά στην τράπεζα Έχω ό,τι χρειάζεται στο ψυγείο.
4. κοστίζω Πόσο έχει το ψωμί;
5. πρέπει να Έχω να μαγειρέψω.

έχω

aanhê, dra, hêيملك, أُصِيبَ بِ, يَمْلِكhaver, tenirhave, erhaben, schlimmhave, possesshavitenerداشتنavoir, ressentirइसीimatimemilikihafaaverehaberehebbenmiećter, Forma verbalmaťimetihaматииметьmítolla, olla jollakulla(病気などに)かかっている, 持っている~을 겪다haได้, รู้สึก เป็นโรคsahip olmakcảm giác, có, Имам
ρήμα βοηθητικό (ρήμα)
για το σχηματισμό σύνθετων χρόνων έχω διαβάσει
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close