ελπίζω

(προωθήθηκε από ήλπισα)
Μεταφράσεις

ελπίζω

hoffen, hoffnungsvollhope, hopefullyespérer, avec espoirبِالأَمَلِ, يَأْمُلُdoufat, nadějněforhåbentlig, håbecon suerte, esperartoivoa, toivottavastinadati se, s nadomfiduciosamente, sperare希望を持って, 望む바라건대, 희망하다hopelijk, hopenforhåpentligvis, håpejak dobrze pójdzie, mieć nadziejęesperançosamente, ter esperançaнадеяться, с надеждойförhoppningsvis, hoppasด้วยความหวังว่าจะสมหวัง, หวังumut etmek, umutlahy vọng, hy vọng rằng但愿, 希望, 我希望Надявам се我希望אני מקווה (el'pizo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
πιστεύω ότι θα συμβεί κτ καλό Θα σε δω, ελπίζω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close