είμαι

(προωθήθηκε από ήμουν)
Μεταφράσεις

είμαι

ésser, serbýtværeseinbe, amestiser, estarollaêtreहोनाveraessere, stareいる, ある, だ, ・・・がある이다, 있다sumbūtizijn, wezenværebyćestar, ser, existir, haverfiбыть, существовать, являтьсяbyťbitivaraolmak, imek, var olmaklà, ởيَكُونُ, يَكْونbitiเป็น อยู่ คือ, ('ime)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. έχω κπ μόνιμο χαρακτηριστικό είμαι άσχημος
2. βρίσκομαι σε συγκεκριμένη κατάσταση είμαι σε δύσκολη θέση είμαι άρρωστος
Τι κάνεις;
3. βρίσκομαι Πού είσαι;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close