αγχώνω

Μεταφράσεις

αγχώνω

(aŋ'xono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ζορίζω, πιέζω Έχω προβλήματα στη δουλειά κι αυτό με αγχώνει. Με αγχώνεις με τις ξαφνικές σου κρίσεις.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close