αγόρι

Μεταφράσεις

αγόρι

seunмомчеkluk, chlapecdrengJunge, Kellner, Knabeboy, lad, waiterknabomuchacho, niño, chico, joven, mozopoika, tarjoilijagarçonfiú, pincérdrengur, strákurragazzo, camerierepuerjongen, kelnerguttchłopiec, kelnermenino, criado, moço, rapazмальчик, официантpojke, gosse, piltçocuk, oğlan, oğlan çocuğuوَلَدdječak少年소년เด็กชายcon trai男孩男孩 (a'ɣori)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. αρσενικό παιδί Έχουμε μόνο αγόρια στην οικογένεια.
2. ερωτικός φίλος Βγήκε με το αγόρι της.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close