αερίζω

Μεταφράσεις

αερίζω

aérer, éventer, ventilerorearaerate, ventilate (ae'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ανανεώνω τον αέρα σε κλειστό χώρο αερίζω ένα δωμάτιο
2. εκθέτω κτ στον αέρα αερίζω τα ρούχα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close