αιωνιότητα

Μεταφράσεις

αιωνιότητα

eternity, perpetuityخُلُودvěčnostevighedEwigkeiteternidadikuisuuséternitévječnosteternità永遠性영원eeuwigheidevighetwiecznośćeternidadeвечностьevighetนิรันดรsonsuzsự vĩnh viễn永远, 永恒永恆 (eoni'otita)
ουσιαστικό θηλυκό
1. πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα Κράτησε μια αιωνιότητα.
2. για πάντα προσωπικότητα που θα μείνει στην αιωνιότητα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close