ακμή

Μεταφράσεις

ακμή

(ak'mi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η δόξα, η άνθηση περίοδος ακμής βρίσκομαι σε πλήρη ακμή ακμή και παρακμή
2. η πιο δυνατή στιγμή είμαι στην ακμή της ηλικίας στην ακμή της δόξας μου
3. η ευθεία επαφής δυο πλευρών οι ακμές του κύβου

ακμή

acme, acne, edgeacné, bout, cime, pointeحَبُّ الشَّبَابaknéakneAkneacnéakneakneacneにきび여드름acnekvisetrądzikacneугревая болезньakneสิวsivilcemụn trứng cá粉刺
ουσιαστικό θηλυκό
σπυράκια εφηβείας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close