ακολουθώ

Μεταφράσεις

ακολουθώ

(akolu'θo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πηγαίνω πίσω από κπ ή κτ Τον ακολούθησε μέχρι την πόρτα του σπιτιού του.
2. πηγαίνω προς μια κατεύθυνση ακολουθώ τις πινακίδες ακολουθώ τα ίχνη
3. επιλέγω κπ πρότυπο ακολουθώ μια μέθοδο Ακολουθεί το επάγγελμα του δικηγόρου.

ακολουθώ

follow, accompanysuivreيَتْبَعُnásledovatfølgefolgenseguirseurataslijeditiseguire・・・について行く...에 잇따르다volgenfølge (etter)nastąpićseguirследоватьföljaตามizlemekđi theo跟随
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
έρχομαι σε σειρά μετά από κτ Μετά το δείπνο ακολούθησε χορός.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close