ακουμπάω

Μεταφράσεις

ακουμπάω

(aku'mbao)

ακουμπώ

(aku'mbo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αγγίζω Μη με ακουμπάς.
2. αφήνω, βάζω Ακουμπάω το βιβλίο στο τραπέζι.

ακουμπάω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. στηρίζομαι κάπου ακουμπάω σε κπ ακουμπάω στον τοίχο ακουμπάω στους αγκώνες
2. μεταφορικά βασίζομαι σε Ακουμπάει πάνω του από τότε που έμεινε μόνη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close